αλιγάτορας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

δύο αλιγάτορες της Φλόριντα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλιγάτορας < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλιγάτορας αρσενικό και αλλιγάτορας

  1. (ερπετολογία) τετράποδο ερπετό, συγγενές με τους κροκόδειλους, με μεγάλη ουρά και μακρύ ρύγχος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]