Μετάβαση στο περιεχόμενο

αλιγάτορας

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αλιγάτορας οι αλιγάτορες
      γενική του αλιγάτορα των αλιγάτορων
    αιτιατική τον αλιγάτορα τους αλιγάτορες
     κλητική αλιγάτορα αλιγάτορες
Η γενική πληθυντικού είναι δύσχρηστη.
Κατηγορία όπως «βαρύμαγκας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
δύο αλιγάτορες της Φλόριντα

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αλιγάτορας < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀλλιγάτωρ, ἀλιγάτωρ (με ορθογραφική απλοποίηση), -ορας < αγγλική alligator (ορθογραφικό δάνειο) .

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.liˈɣa.to.ɾas/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αλιγάτορας

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αλιγάτορας αρσενικό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]