Μετάβαση στο περιεχόμενο

crocodile

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

crocodile (en)

  1. ο κροκόδειλος



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
crocodile crocodiles

crocodile (fr) αρσενικό

  1. ο κροκόδειλος