Μετάβαση στο περιεχόμενο

creditor

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
creditor creditors

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

creditor (en)