członek

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Ήχος 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

członek (pl) αρσενικό

  1. το μέλος
    • κάποιος που ανήκει επίσημα σε μια ομάδα
    • τμήμα του οργανισμού των ανθρώπων και των ζώων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]