Μετάβαση στο περιεχόμενο

dedukti

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
dedukti < λείπει η ετυμολογία
ρήμα dedukti
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας deduktas deduktanta deduktata
αόριστος deduktis deduktinta deduktita
μέλλοντας deduktos deduktonta deduktota
υποθετική deduktus - -
προστακτική deduktu - -

dedukti (eo)