democrat

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

democrat (en)

  1. ο δημοκράτης
  2. ο δημοκρατικός (αυτός που υποστηρίζει το Δημοκρατικό Κόμμα)