Μετάβαση στο περιεχόμενο

descent

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
descent descents

descent (en)

  1. (συνήθως ενικός) η κάθοδος, η κατάβαση
    παράδειγμα  The descent took us two hours.
    Η κάθοδος μας πήρε δυο ώρες.
    παράδειγμα  We started the descent from the western slope of the mountain early in the morning.
    Ξεκινήσαμε νωρίς το πρωί την κατάβαση από τη δυτική πλαγιά του βουνού.
  2. η κατηφόρα, ο κατήφορος
    παράδειγμα  The road has a steep descent.
    Ο δρόμος έχει μεγάλη κατηφόρα.
  3. (μη μετρήσιμο) η καταγωγή
    παράδειγμα  He’s of Cypriot descent.
    Είναι κυπριακής καταγωγής.
    παράδειγμα  My grandfather was of Italian descent.
    Ο παππούς μου ήταν ιταλικής καταγωγής.