descent
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| descent | descents |
descent (en)
- (συνήθως ενικός) η κάθοδος, η κατάβαση
The descent took us two hours.
- Η κάθοδος μας πήρε δυο ώρες.
We started the descent from the western slope of the mountain early in the morning.
- Ξεκινήσαμε νωρίς το πρωί την κατάβαση από τη δυτική πλαγιά του βουνού.
- η κατηφόρα, ο κατήφορος
The road has a steep descent.
- Ο δρόμος έχει μεγάλη κατηφόρα.
- (μη μετρήσιμο) η καταγωγή
He’s of Cypriot descent.
- Είναι κυπριακής καταγωγής.
My grandfather was of Italian descent.
- Ο παππούς μου ήταν ιταλικής καταγωγής.