desperately
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | desperately |
| συγκριτικός | more desperately |
| υπερθετικός | most desperately |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]desperately (en)
- απελπισμένα, απεγνωσμένα
I desperately wanted to see her.
- Ήθελα πολύ απελπισμένα να τη δω.
She desperately wanted to escape small town life.
- Ήθελε απεγνωσμένα να ξεφύγει από τη ζωή στη μικρή πόλη.