Μετάβαση στο περιεχόμενο

disordine

Από Βικιλεξικό

Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

disordine (it)

  1. αναταραχή
  2. ακαταστασία
      e se le vuoi sapere, Steve rompe le palle col suo disordine e mi sono rotta di pulire la tavolettta del cesso ogni volta che va in bagno e non centra il buco ok?
    και αν θες να ξέρεις, ο Στιβ μου σπάει τα νεύρα με την ακαταστασία του και βαρέθηκα να καθαρίζω το καπάκι της τουαλέτας κάθε φορά που πηγαίνει στο μπάνιο και δεν κεντράρει στη τρύπα, εντάξει; (Giovanna Ciccarelli, Si è soli con tutto ciò che si ama..., Booksprint, 16/5/2013)