ditë

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αλβανικά (sq) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ditë (sq) θηλυκό (οριστικός τύπος dita) (πληθυντικός ditë)

  1. η μέρα