Μετάβαση στο περιεχόμενο

diversity

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
diversity < diverse + -ity

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
diversity diversities

diversity (en)

  1. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο, συνήθως ενικός) η ποικιλότητα, η ποικιλία, πλήθος διάφορων και διαφορετικών πραγμάτων, ειδών, μορφών κτλ.
    παράδειγμα  The biological diversity of the rainforests is important for the global environment.
    Η βιολογική ποικιλότητα των τροπικών δασών είναι σημαντική για το παγκόσμιο περιβάλλον.
    παράδειγμα  The south-east has the highest diversity of freshwater fish in the country.
    Η νοτιοανατολική περιοχή έχει τη μεγαλύτερη ποικιλότητα ειδών ψαριών του γλυκού νερού στη χώρα.
    παράδειγμα  There is a wide diversity of views on this subject.
    Υπάρχει μεγάλη ποικιλία απόψεων πάνω σε αυτό το θέμα.
  2. (μη μετρήσιμο) η ποικιλία, η ιδιότητα ή το γεγονός του ποικίλου
    παράδειγμα  There is a need for greater diversity and choice in education.
    Υπάρχει ανάγκη για μεγαλύτερη ποικιλία και περισσότερες επιλογές στην εκπαίδευση.
  3. (μη μετρήσιμο) η διαφορετικότητα, η πρακτική ή το χαρακτηριστικό της ένταξης ή της συμμετοχής ανθρώπων από ένα ευρύ φάσμα διαφορετικών κοινωνικών και εθνοτικών υπόβαθρων, καθώς και διαφορετικών φύλων, θρησκειών κτλ.
    παράδειγμα  People are being encouraged to celebrate the diversity of their communities.
    Οι άνθρωποι ενθαρρύνονται να γιορτάζουν τη διαφορετικότητα των κοινοτήτων τους.
    παράδειγμα  The company is working to improve its profile in terms of diversity and inclusion.
    Η εταιρεία εργάζεται για να βελτιώσει το προφίλ της σε θέματα διαφορετικότητας και συμπερίληψης.