dokończenie

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

dokończenie (pl) ουδέτερο

  1. η εκπλήρωση, το συμπλήρωμα
  2. το συμπέρασμα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]