dorado
Εμφάνιση
Ισπανικά (es)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- dorado < dorar
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /doˈɾa.ðo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : do‐ra‐do
Επίθετο
[επεξεργασία]| ενικός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | dorado | dorados |
| θηλυκό | dorada | doradas |
dorado (es) αρσενικό
- χρυσός
- λαμπρός, ευτυχισμένος
En tus ojos veo
un brillo especial, inefable,
de una vida dorada
que nunca noté cuando estabas conmigo, amor afable;
donde estés, espero que seas la persona más amada.
– Στα μάτια σου βλέπω
μια ξεχωριστή, άρρητη λάμψη,
μια χρυσή ζωή
που ποτέ δεν είδα
όταν ήσουν μαζί μου, αγάπη ευγενική·
όπου κι αν είσαι, ελπίζω να είσαι το πιο
αγαπημένο πρόσωπο.
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| dorado | dorados |
dorado (es) αρσενικό
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]dorado (es)
Πηγές
[επεξεργασία]- dorado - DLE (Diccionario de la lengua española [Λεξικό της ισπανικής γλώσσας] (στα ισπανικά, για τα καστιλιάνικα ισπανικά), RAE (Real Academia Española [Βασιλική Ακαδημία της Ισπανίας]), Edición del Tricentenario [23η έκδοση], 2014.