državljanka

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Σερβικά (sr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

državljanka < θηλυκό του državljanin

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

državljanka (sr) θηλυκό

  1. η πολίτις, η υπήκοος