Μετάβαση στο περιεχόμενο

drzwi

Από Βικιλεξικό

Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

drzwi (pl) ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]