en avoir plein le dos

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Έκφραση[επεξεργασία]

en avoir plein le dos (fr)

  1. αηδιάζω, βαριέμαι να κάνω ή να ακούω κάτι