enabler

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

enabler < enable + -er

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

enabler (en)

  1. επιτρέπων
  2. υποκινητής, υποκινήτρια
  3. παθητικός συνεργός (νομικό)