ene
Εμφάνιση
Εσπεράντο (eo)
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]ene (eo)
- στο εσωτερικό
Κατωιταλικά (grk-ita)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ene < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἔναι
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]ene (ène)
- ène Vocabolario σελ.195 - Λαμπρινός Στέφανος. Stephanos Lambrinos. (1994) Il dialetto greco Salentino nelle poesie locali. [Η ελληνική διάλεκτος του Σαλέντο στην τοπική ποίηση.] (στα ιταλικά) Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Φιλοσοφική Σχολή. Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας. Tübingen. DOI.10.12681/eadd/9045 (συντομογραφίες · κανόνες · σημειώσεις · ΔEITE)