Μετάβαση στο περιεχόμενο

ene

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Επίρρημα

[επεξεργασία]

ene (eo)

Κατωιταλικά (grk-ita)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ene < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἔναι

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

ene (ène)