Μετάβαση στο περιεχόμενο

enlitiĝi

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
enlitiĝi < λείπει η ετυμολογία
ρήμα enlitiĝi
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας enlitiĝas enlitiĝanta enlitiĝata
αόριστος enlitiĝis enlitiĝinta enlitiĝita
μέλλοντας enlitiĝos enlitiĝonta enlitiĝota
υποθετική enlitiĝus - -
προστακτική enlitiĝu - -

enlitiĝi (eo)