Μετάβαση στο περιεχόμενο

enlitigu

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

enlitigu (eo)

  • προστακτική του ρήματος enlitigi