eno

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Finland.svg Φινλανδικά (fi) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

eno (fi)

  1. θείος από την πλευρά της μητέρας
  2. μεγάλος ποταμός· συνηθίζεται σε ονόματα ποταμών, π.χ. Lätäseno

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]