Μετάβαση στο περιεχόμενο

enspiri

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
enspiri < λείπει η ετυμολογία
ρήμα enspiri
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας enspiras enspiranta enspirata
αόριστος enspiris enspirinta enspirita
μέλλοντας enspiros enspironta enspirota
υποθετική enspirus - -
προστακτική enspiru - -

enspiri (eo)