epidemie

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Epidemie, épidémie, epidemię

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

epidemie (pl)

  • epidemia στην ονομαστική, αιτιατική και κλητική του πληθυντικού



Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

epidemie (ro) θηλυκό

  1. επιδημία



Τσεχικά (cs)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

epidemie (cs) θηλυκό

  1. η επιδημία