esquecido

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

esquecido < esquecer < λατινικό excadescere

Επίθετο[επεξεργασία]

esquecido (pt)

  1. ξεχασμένος
  2. που χάθηκε από τη μνήμη