Μετάβαση στο περιεχόμενο

eurozone

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
eurozone < euro + zone

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

the eurozone (en)

  • η ευρωζώνη, το σύνολο των κρατών που έχουν ως νόμισμα το ευρώ
    παράδειγμα  After the country’s entrance to the Eurozone, one of the expected positive effects was the attraction of international capital.
    Μετά την είσοδο της χώρας στην Ευρωζώνη, μια από τις αναμενόμενες θετικές επιπτώσεις ήταν και η προσέλκυση διεθνών κεφαλαίων.

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]