experimental

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: expérimental

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

experimental (en)

  1. που αφορά επιστημονική έρευνα
  2. που αφορά πειραματισμό και καινοτομία