fag

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία en[επεξεργασία]

faggot < μεσοαγγλικά, από παλαιογαλλικά fagot ‎(“δέσμη ξύλινων ράβδων”), από παλαιοϊταλικά fagotto, υποκοριστικό των "δημωδών λατινικών": *facus, από λατινικά fascis ‎(“δέσμη ξύλων”).

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Πρότυπο:μει απαξιωτικά ο ομοφυλόφιλος

[ξυλοδεσμίτης ως μεταφραστικό δάνειο απ' τ' αγγλικά]