feiern

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

feiern (de)

  1. (μεταβατικό) γιορτάζω (κάτι)
  2. (αμετάβατο) γιορτάζω (εγώ ο ίδιος)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη Feier