flimsy

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

flimsy (en)

  • αδύναμος, που είναι πιθανόν ότι θα λυγίσει ή θα καταρρεύσει υπό πίεση