forbidding

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

forbidding (en)

  1. απαγόρευση, περιορισμός
  2. αφιλόξενη γη, αφιλόξενος τόπος
  3. απειλητικός στην όψη

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

forbidding (en)