forbidding

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

forbidding (en)

  1. απαγόρευση, περιορισμός
  2. αφιλόξενη γη, αφιλόξενος τόπος
  3. απειλητικός στην όψη

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

forbidding (en)