formiko

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

formiko < formik + -o

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

formiko (eo)