Μετάβαση στο περιεχόμενο

μυρμήγκι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μυρμήγκι τα μυρμήγκια
      γενική του μυρμηγκιού των μυρμηγκιών
    αιτιατική το μυρμήγκι τα μυρμήγκια
     κλητική μυρμήγκι μυρμήγκια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
ένα μυρμήγκι

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μυρμήγκι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μυρμήγκι(ν) / μερμήγκι(ν) / μερμήκιν < ελληνιστική κοινή μυρμήκιον < αρχαία ελληνική μύρμηξ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *morwi (μυρμήγκι)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /miɾˈmiŋ.ɟi/
τυπογραφικός συλλαβισμός : μυρ‐μή‐γκι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μυρμήγκι ουδέτερο

  1. (έντομο) οποιοδήποτε από τα διάφορα έντομα της οικογένειας Formicidae της τάξης των υμενοπτέρων, που ζουν σε μεγάλες αποικίες και αποτελούνται σχεδόν εξ ολοκλήρου από άπτερα θηλυκά
    ※  Και δώσ’ του να μαζεύω όπως όπως το φαρδύ, ριχτό φουστανάκι ανάμεσα από τα πόδια μου, προσπαθώντας τσάτρα πάτρα να φτιάξω κάτι σαν μπατζάκι να γλιτώσω το έμπα-έβγα των πετούμενων, με το χαρούμενο σκυλογαταριό σε στενή συνοδεία, εννοείται. Και να’χω τον Αγγελο, με την παντελονάρα του, cool, μες στην καλή χαρά. Παντελόνια λοιπόν, φιλενάδες… Στενά, καραστενά στον αστράγαλο, να μην χωράει να μπει ούτε μυρμήγκι. (Κάδμος, τεύχος 3, Σύλλογος Αμπετίου Σχολής, 2015 )
  2. (μεταφορικά) ο μικρός ή ασήμαντος άνθρωπος

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Διαλεκτικοί τύποι

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ↑ μυρμήκι - ⌘ Ιστορικό Λεξικό των ιδιωμάτων της Καππαδοκίας (ΙΛΙΚ) online στην Ακαδημία Αθηνών, 2025- (συντομογραφίες, φωνητικά σύμβολα, βιβλιογραφία)
  2. ↑ Μιχάλης Κασσωτάκης, Το γλωσσικό ιδίωμα των κατοίκων του οροπεδίου Λασιθίου, Αθήνα, Έκδοση του Συνδέσμου Λασιθιωτών Ηρακλείου «ΤΟ ΟΡΟΠΕΔΙΟ», (αρχική έκδοση 2018), 2021 pdf σελ.473