Μετάβαση στο περιεχόμενο

μυρμήγκι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μυρμήγκι τα μυρμήγκια
      γενική του μυρμηγκιού των μυρμηγκιών
    αιτιατική το μυρμήγκι τα μυρμήγκια
     κλητική μυρμήγκι μυρμήγκια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
ένα μυρμήγκι

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μυρμήγκι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μυρμήγκι(ν) / μερμήγκι(ν) / μερμήκιν < ελληνιστική κοινή μυρμήκιον < αρχαία ελληνική μύρμηξ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *morwi (μυρμήγκι)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /miɾˈmiŋ.ɟi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μυρμήγκι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μυρμήγκι ουδέτερο

  1. (έντομο) οποιοδήποτε από τα διάφορα έντομα της οικογένειας Formicidae της τάξης των υμενοπτέρων, που ζουν σε μεγάλες αποικίες και αποτελούνται σχεδόν εξ ολοκλήρου από άπτερα θηλυκά
  2. (μεταφορικά) ο μικρός ή ασήμαντος άνθρωπος
    παράδειγμα  Θα τον λιώσω σαν μυρμήγκι.

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

σε τοπικά ιδιώματα και διαλέκτους:

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. μυρμήκι -  Ιστορικό Λεξικό των ιδιωμάτων της Καππαδοκίας (ΙΛΙΚ) online στην Ακαδημία Αθηνών, 2025- (συντομογραφίες, φωνητικά σύμβολα, βιβλιογραφία)
  2. Κασσωτάκης Μιχάλης, (2021), Το γλωσσικό ιδίωμα των κατοίκων του οροπεδίου Λασιθίου, Αθήνα: Έκδοση του Συνδέσμου Λασιθιωτών Ηρακλείου «ΤΟ ΟΡΟΠΕΔΙΟ», (αρχική έκδοση 2018) pdf σελ.473