francès

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Καταλανικά (ca) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

francès (ca)

  1. τα γαλλικά, η γαλλική γλώσσα