freisprechen

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

freisprechen < frei + sprechen

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

freisprechen 

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

freisprechen (de) (αόριστος freisprach, μετοχή μέλλοντα freigesprochen)

  • αθωώνω
    Das Gericht sprach den Angeklagten frei. - Το δικαστήριο αθώωσε τον κατηγορούμενο.

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]