freno

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ισπανικά (es) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

freno (es) αρσενικό

  1. φρένο



Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

freno (it) αρσενικό

  1. φρένο