fressen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

fressen 

Ρήμα[επεξεργασία]

fressen (de)

  1. (για ζώα) τρώω
  2. (για ανθρώπους) τρώω λαίμαργα, καταβροχθίζω