Μετάβαση στο περιεχόμενο

καταβροχθίζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
καταβροχθίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καταβροχθίζω < κατα- + βροχθίζω < βρόχθος
για τις μεταφορικές σημασίες < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική engloutir [1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ka.ta.vɾoˈxθi.zo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: καταβροχθίζω

καταβροχθίζω, αόρ.: καταβρόχθισα, παθ.φωνή: καταβροχθίζομαι, π.αόρ.: καταβροχθίστηκα, μτχ.π.π.: καταβροχθισμένος

  1. καταπίνω λαίμαργα και σχεδόν αμάσητη πολλή τροφή
      H τσιπούρα συχνάζει σ’ εκείνα τα σημεία της θάλασσας όπου υπάρχουν και αναπτύσσονται αποικίες από μύδια, τα οποία κυριολεκτικά καταβροχθίζει. (@ethnos.gr 24 Απριλίου 2010)
      Συγύριζα το σπίτι όπως όπως, συδαύλιζα τη φωτιά να γίνουν γρήγορα τα όσπρια κι ετοίμαζα το κολατσιό που μου άρεσε, την καπύρα. Έκοβα μια χοντρή φέτα από το καρβέλι, την έψηνα στη θράκα και ζεστή ζεστή την άλειβα με λάδι. Πριν πάρω το δρόμο για τη θάλασσα, την είχα κιόλας καταβροχθίσει. (Λίτσα Ψαραύτη, Το χαμόγελο της Εκάτης, εκδ. Πατάκη, 1996, σελ. 76)
  2. (μεταφορικά) δέχομαι με μεγάλη ευχαρίστηση, απολαμβάνω
      Το πρότυπο του αυστηρού πατέρα των παλιών αναγνωστικών υποχωρεί. Ο μπαμπάς είναι πιο τρυφερός, παίρνει ενεργά μέρος στην ανατροφή, καταβροχθίζει βιβλία παιδικής ψυχολογίας. (@tovima.gr 10 Απριλίου 2014)
  3. (μεταφορικά) εξαφανίζω
      Στον τόπο μας η αγνωμοσύνη προς τους ανθρώπους που ξοδεύονται με τυφλή αφοσίωση έχει καταντήσει θεσμός. Δεν προφτάνουν να κλείσουν το έργο τους και τους καταβροχθίζει η πιο αδυσώπητη σιωπή. (@enet.gr 3 Νοεμβρίου 2014)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
καταβροχθίζω < κατα- + βροχθίζω < βρόχθος

ζητούμενο λήμμα