gefühlvoll

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

gefühlvoll (de)

  1. υπερευαίσθητος
  2. εκφραστικός

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

gefühlvoll (de)

  1. με μεγάλη ευαισθησία, με πολύ αίσθημα
  2. με τακτ