genç

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Τουρκικά (tr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

genç (tr)

  1. ο νεαρός / η νεαρή

Επίθετο[επεξεργασία]

genç (tr)

  1. νέος, νεαρός