goo

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

goo (en)

  1. κολλώδης ουσία (συνήθως συνάμα γλοιώδης)
  2. υπερβολικό συναίσθημα και η έκφραση αυτού
    • το κλαψομούνι