gorgeous

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

gorgeous < μέση αγγλική gorgeouse

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɡɔɹ.dʒəs/
ΔΦΑ : /ˈɡɔː.dʒəs/

Επίθετο[επεξεργασία]

gorgeous (en)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

ελκυστικός[επεξεργασία]

για άτομο[επεξεργασία]
για τοποθεσία[επεξεργασία]

απολαυστικός - ευχάριστος[επεξεργασία]