Μετάβαση στο περιεχόμενο

grapple

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
  • πλακώνομαι
  • πασχίζω
  • γατζώνω, -ομαι με πολιορκητικό γάντζο και εφορμώ
    αγραμπαλώνομαι, σκαρφαλώνω, γατζώνομαι για να επιτεθώ, να κυριεύσω φρούριο, πλοίο κτλ.