hamlet

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

hamlet (en)

  • χωριουδάκι, οικισμός· οικισμός μικρότερος από χωριό
  • (ΗΒ) χωριό χωρίς δική του εκκλησία
  • ψάρι του γένους Hypoplectrus της οικογένειας Serranidae