heben

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

heben 

Ρήμα[επεξεργασία]

heben (de)

  1. σηκώνω, ανασηκώνω
  2. υψώνω
    die Stimme heben - υψώνω τη φωνή