Μετάβαση στο περιεχόμενο

hedging

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

hedging (en)

  • το να προνοείς/να λαμβάνεις μέτρα για ενδεχόμενο κακό, μηχανισμός προνοητικής άμυνας για δυνητική επίθεση που δεν έχει ακόμη συμβεί