heeft

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

heeft (nl)

  1. (ευγενικό) 2ο ενικό πρόσωπο του ενεστώτα της οριστικής του ρήματος hebben
     συνώνυμα: hebt
  2. 3ο ενικό πρόσωπο του ενεστώτα της οριστικής του ρήματος hebben