Μετάβαση στο περιεχόμενο

heziti

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
heziti < hezit + -i
ρήμα heziti
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας hezitas hezitanta hezitata
αόριστος hezitis hezitinta hezitita
μέλλοντας hezitos hezitonta hezitota
υποθετική hezitus - -
προστακτική hezitu - -

heziti (eo)

ne hezitu helpi nin, μη διστάζετε να μας βοηθήσετε