pleuvoir

Από Βικιλεξικό
(Ανακατεύθυνση από il pleut)
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

pleuvoir 

Ρήμα[επεξεργασία]

pleuvoir (fr)

  1. βρέχει
    il pleut des cordes - βρέχει καταρρακτωδώς