Μετάβαση στο περιεχόμενο

immigration

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

immigration (en) (μη μετρήσιμο)

  1. η μετανάστευση σε άλλη χώρα για μόνιμη εγκατάσταση
    παράδειγμα  We are strongly supportive of immigration and multiculturalism.
    Υποστηρίζουμε θερμά τη μετανάστευση και την πολυπολιτισμικότητα.
    παράδειγμα  They passed laws restricting immigration into the US.
    Ψήφισαν νόμους που περιορίζουν τη μετανάστευση στις Ηνωμένες Πολιτείες.
    παράδειγμα  There was an increase in immigration from Eastern Europe.
    Υπήρξε αύξηση της μετανάστευσης από την Ανατολική Ευρώπη.
  2. ο έλεγχος διαβατηρίων, ο χώρος σε λιμάνι, αεροδρόμιο κτλ. όπου ελέγχονται τα διαβατήρια και άλλα έγγραφα των ατόμων που εισέρχονται σε μια χώρα
    παράδειγμα  We landed at Heathrow and went through customs and immigration.
    Προσγειωθήκαμε στο Χίθροου και περάσαμε από το τελωνείο και τον έλεγχο διαβατηρίων.
    παράδειγμα  They are the immigration officers.
    Είναι οι υπάλληλοι ελέγχου διαβατηρίων.
    παράδειγμα  The men were interviewed by immigration officials.
    Οι άνδρες ανακρίθηκαν από αξιωματούχους ελέγχου διαβατηρίων.

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

immigration (fr) θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]