immigration
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]immigration (en) (μη μετρήσιμο)
- η μετανάστευση σε άλλη χώρα για μόνιμη εγκατάσταση
We are strongly supportive of immigration and multiculturalism.
- Υποστηρίζουμε θερμά τη μετανάστευση και την πολυπολιτισμικότητα.
They passed laws restricting immigration into the US.
- Ψήφισαν νόμους που περιορίζουν τη μετανάστευση στις Ηνωμένες Πολιτείες.
There was an increase in immigration from Eastern Europe.
- Υπήρξε αύξηση της μετανάστευσης από την Ανατολική Ευρώπη.
- ο έλεγχος διαβατηρίων, ο χώρος σε λιμάνι, αεροδρόμιο κτλ. όπου ελέγχονται τα διαβατήρια και άλλα έγγραφα των ατόμων που εισέρχονται σε μια χώρα
We landed at Heathrow and went through customs and immigration.
- Προσγειωθήκαμε στο Χίθροου και περάσαμε από το τελωνείο και τον έλεγχο διαβατηρίων.
They are the immigration officers.
- Είναι οι υπάλληλοι ελέγχου διαβατηρίων.
The men were interviewed by immigration officials.
- Οι άνδρες ανακρίθηκαν από αξιωματούχους ελέγχου διαβατηρίων.
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- immigration < immigrer
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]immigration (fr) θηλυκό
- μετανάστευση, η είσοδος στη χώρα αλλοχθόνων