Μετάβαση στο περιεχόμενο

impregnate

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας impregnate
γ΄ ενικό ενεστώτα impregnates
αόριστος impregnated
παθητική μετοχή impregnated
ενεργητική μετοχή impregnating

impregnate (en)

  1. εμποτίζω
  2. (επίσημο) γονιμοποιώ
    παράδειγμα  The female was impregnated by the male.
    Το θηλυκό γονιμοποιήθηκε από το αρσενικό.